freeapog130@gmail.com

Κυριακή, 5 Δεκεμβρίου 2010

Κάποιοι ...άλλοι εργαζόμενοι στην "Α"

     Είναι μια φήμη που από παλιά συνοδεύει την "Απογευματινή".
Η "Α" δεν ονομάστηκε "Σχολείο" στο χώρο του Τύπου μόνο για τα μεγάλα ονόματα που πέρασαν και έγραψαν στις σελίδες της. Είναι μια εφημερίδα που από τον πρώτο όροφο, μέχρι και τον 7ο που βγάζει στη στριμωγμένη εκείνη ταράτσα, έχει την ευδωδία της μελάνης. Την αύρα μιας παλιάς εφημερίδας. Ένα χαρακτήρα που είχαν και έχουν στο πετσί τους οι παλιοί, και που γρήγορα αντιλαμβάνονταν οι νεότεροι που αποφάσιζαν να σαλπάρουν μαζί της.
     Στην "Α" δεν υπάρχει τίποτε το "καλογυαλισμένο" και το μοντέρνο. Στεγάζεται σ' ένα παλιό κτήριο, με ένα ασανσέρ που μπλοκάρει συχνά. Με πόρτες που τρίζουν και δε κλείνουν καλά. Μ' ένα φωταγωγό - "αγγελιαφόρο" των γέλιων και των τσακωμών, απ' όροφο σε όροφο. Ένα παζλ ήχων. Ένα κτήριο με έναν ιδιαίτερο παλμό. Όσοι έμεναν στο γραφείο μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες, γνωρίζουν καλά αυτή τη "σιωπηρή ηχώ": Mια διαρκής υπενθύμιση ότι σε αυτά τα γραφεία έχουν συμβεί πολλά.
     Στην "Α" δε μπήκαν ποτέ ανιχνευτές μετάλλων στην είσοδο, ούτε και κάμερες. Ακόμη κι αν κάποιοι το σκέφτηκαν, το κτίριο ήταν που έπαιρνε πάντοτε την ...τελική απόφαση. Είναι κι αυτή η προτομή του Μπότση, δίπλα στις σκάλες του ισογείου, που δεν αφήνει πολλά ...περιθώρια. Πάνω στις ίδιες "αρχές" κινούνται κι οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων στον αριθμό 12 της οδού Φειδίου. Δεν υπάρχουν οι "ανώτεροι", οι ...ψηλομύτηδες δημοσιογράφοι και οι ...λοιποί. Από τις συναδέλφους που καθαρίζουν, μέχρι τα ΦΑΞ, την ύλη, τη διόρθωση και τη διεύθυνση (σ.σ. εκτός ολίγων εξαιρέσεων, στο παρελθόν), είμαστε όλοι εργαζόμενοι στην "Α", με λόγο και άποψη σε κάθετι που προκύπτει.        
Αυτή είναι κι η σχέση που είχαμε με τον καφετζή μας, τον Ανέστη και τον αδερφό του τον Κοσμά. Όχι δεν ηταν εσωτερικοί υπάλληλοι. Η "Α" δεν έχει εστιατόρια και catering. Αλλά ήμασταν σα συνάδελφοι. Καθημερινά, οι πρώτες αναλύσεις της επικαιρότητας γίνονταν με τον Ανέστη. Δυο σχόλια για τη μπάλα, δυο πειράγματα, και "γράψε το τοστ και τα δυο φραπεδάκια ρε Ανέστη. Στα πόσα είμαι; Εικοσάρικο; Εντάξει, την Παρασκευή θα σε ξεχρεώσω". Δύσκολα θα ξεχαστούν και οι στιγμές που ο εκάστοτε εορτάζων κερνούσε μέσω του Ανέστη. "Κερασμένοι οι καφέδες από τον Αντρέα", σου 'λεγε και πήγαινες στον άλλον όροφο να ευχηθείς. Εκεί, αν ζύγωνε η νύχτα, θα 'βρισκες και ένα ποτό. Κι αυτό από τον Ανέστη θα ήταν.
     Κι όλα κύλησαν σαν αλυσίδα. Μια μικρογραφία όσων συμβαίνουν σε μεγαλύτερη κλίμακα. Συνάδελφοι στην καθημερινότητα. Συνάδελφοι και στα δύσκολα. 
Ο Ανέστης δε χρειάστηκε να κάνει αίτηση για το άρθρο 99. Ούτε και να υποβάλλει αίτηση πτώχευσης. Από τον Μάρτιο του 2010, είχε αρχίσει κι αυτός να αγωνιά. "Τι έγινε; Πληρωθήκατε;", ρωτούσε, όχι όμως για να διασφαλίσει τα λεφτά του. Μέσα στο καλοκαίρι τα χαμόγελα άρχισαν να "σωπάζουν". "Ο Κοσμάς θα βρει άλλη δουλειά", μας είπε ξαφνικά μια μέρα. "Δεν αντέχω ρε παιδιά", δυο βδομάδες μετά. Και ένα πρωινό είδαμε το ενοικιαστήριο έξω από το καφενεδάκι. Και τα κάγκελα κατεβασμένα.
     Ανέστη να δεις όμως που όλα θα γυρίσουν. 
Κοίτα και το τεφτέρι σου. Χρωστάω δυο ελληνικούς.
                                            

1 σχόλιο:

George είπε...

Ο Έλιοτ έγραψε: "ό, τι είναι τωρινό, είναι τωρινό μόνο για έναν τόπο".

Δεν ξέρω τι θα απογίνει με τον αγώνα σας -εύχομαι το καλύτερο και καλή δύναμη, τώρα και γενικά στη ζωή - πάντως αυτό το κείμενο είναι ό, τι πιο "αληθινό" έχετε αναρτήσει ως τώρα, γιατί ασχολείται με την ιδιότητα του ανθρώπου: που δένεται με ανθρώπους, με τόπους, με βιώματα, που αφήνει το μοναδικό και ανεξάλειπτο ίχνος του επάνω στον χώρο και τον χρόνο. Αυτή η ιδιότητα τις πολλές φορές επισκιάζεται από ένα σωρό άλλο μικρά (απείρως μικρότερα) πράγματα, ιδίως στους δύσκολους καιρούς μας, και το να μην αφήσουμε να συμβαίνει αυτό είναι, νομίζω, η μεγαλύτερη αντίσταση.